θεαματικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]θεαματικά < θεαματικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]θεαματικά
- κατά τρόπο θεαματικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θεαματικά
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]θεαματικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεαματικό