θεμέλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεμέλιος < αρχαία ελληνική θεμέλιος < τίθημι

Επίθετο[επεξεργασία]

θεμέλιος

  1. που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα
    ο θεμέλιος λίθος
    • (μεταφορικά)
      η εμπιστοσύνη είναι ο θεμέλιος λίθος σε μια φιλία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]