Μετάβαση στο περιεχόμενο

θενά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θενά < μεσαιωνική ελληνική θέλει ίνα

θενά

Αν είναι να 'ρθει, θενά ρθει, αλλιώς θα προσπεράσει

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]