θεολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεολόγος θεολόγοι
γενική θεολόγου θεολόγων
αιτιατική θεολόγο θεολόγους
κλητική θεολόγε θεολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεολόγος < αρχαία ελληνική θεολόγος < θεός + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θεολόγος θεολόγω θεολόγοι
Γενική θεολόγου θεολόγοιν θεολόγων
Δοτική θεολόγ θεολόγοιν θεολόγοις
Αιτιατική θεολόγον θεολόγω θεολόγους
Κλητική θεολόγε θεολόγω θεολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεολόγος < θεός + λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεολόγος αρσενικό

  1. αυτός που ασχολείται με τους θεούς, τους μελετά ή γράφει γι’ αυτούς (όπως οι ποιητές)
  2. αυτός που ασχολείται με την κοσμολογία ή την κοσμογέννηση
  3. (ελληνιστική κοινή) (θρησκεία) θεολόγος