θεομπαίχτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεομπαίχτης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεομπαίχτης αρσενικό

  1. αυτός που δεν σέβεται, που εμπαίζει το Θεό και, γενικότερα, τα θεία
  2. (ειδικότερα) ο απατεώνας
  3. (μειωτικά) ο αλλόθρησκος και ο άθεος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]