θεοσοφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεοσοφία θεοσοφίες
γενική θεοσοφίας θεοσοφιών
αιτιατική θεοσοφία θεοσοφίες
κλητική θεοσοφία θεοσοφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεοσοφία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεοσοφία θηλυκό

  1. βαθιά γνώση περί Θεού, σοφία προερχόμενη άμεσα απ' τον Θεό
  2. ονομασία διάφορων μυστικιστικών κινημάτων
  3. αναθεωρητικά κινήματα ιερών βιβλίων θεωρούμενα αιρετικά απ' την πλειοψηφία
    • θεοσοφική βιβλική αναθεώρηση τεκτόνων
      (κίνημα επιδιόρθωσης νοηματικών ή ηθικών ασυμφωνιών της Βίβλου, πχ. απόλυτα ίση θέση της πλασμένης από χώμα [κι όχι ανδρικό πλευρό] γυναίκας έχουσας-φέρουσας ισοδύναμης αξίας γνώμη, μείωση του θείου μένους σε παραβολές [άσκοποι θάνατοι], τροποποίηση της εν δυνάμει θυσίας του Ισαάκ απ' τον Αβραάμ, τροποποίηση της συμπεριφοράς του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης ώστε να γίνει πιο "ανθρώπινος" όπως στην Καινή κτλ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]