θεουδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεουδής < θεός + δέος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεουδής, -ής, -ές

  1. ο θεοφοβούμενος, ο ευσεβής