θεοφοβούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεοφοβούμενος θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
γενική θεοφοβούμενου θεοφοβούμενης θεοφοβούμενου
αιτιατική θεοφοβούμενο θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
κλητική θεοφοβούμενε θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεοφοβούμενοι θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα
γενική θεοφοβούμενων θεοφοβούμενων θεοφοβούμενων
αιτιατική θεοφοβούμενους θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα
κλητική θεοφοβούμενοι θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεοφοβούμενος < θεός + φοβούμαι.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θεοφοβούμενος αρσενικό, θεοφοβούμενη θηλυκό, θεοφοβούμενο ουδέτερο

  • Αυτός που φοβάται το Θεό.
Μόλις είδε το σημάδι η θεοφοβούμενη γυναίκα σταυροκοπήθηκε.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]