θεοφοβούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεοφοβούμενος θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
γενική θεοφοβούμενου θεοφοβούμενης θεοφοβούμενου
αιτιατική θεοφοβούμενο θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
κλητική θεοφοβούμενε θεοφοβούμενη θεοφοβούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεοφοβούμενοι θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα
γενική θεοφοβούμενων θεοφοβούμενων θεοφοβούμενων
αιτιατική θεοφοβούμενους θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα
κλητική θεοφοβούμενοι θεοφοβούμενες θεοφοβούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεοφοβούμενος < θεός + φοβούμαι.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θεοφοβούμενος αρσενικό, θεοφοβούμενη θηλυκό, θεοφοβούμενο ουδέτερο

  • Αυτός που φοβάται το Θεό.
Μόλις είδε το σημάδι η θεοφοβούμενη γυναίκα σταυροκοπήθηκε.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]