Μετάβαση στο περιεχόμενο

θεράπαινα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θεράπαιν αἱ θεράπαιναι
      γενική τῆς θεραπαίνης τῶν θεραπαινῶν
      δοτική τῇ θεραπαίν ταῖς θεραπαίναις
    αιτιατική τὴν θεράπαινᾰν τὰς θεραπαίνᾱς
     κλητική ! θεράπαιν θεράπαιναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θεραπαίν
γεν-δοτ τοῖν  θεραπαίναιν
1η κλίση, Κατηγορία 'θάλασσα' όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεράπαινα < θηλυκό του θεράπων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεράπαινα, -ης [ρᾰ] θηλυκό

  1. υπηρέτρια
  2. δούλα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 134
    ἐπιθυμέω γὰρ λόγῳ πυνθανομένη Λακαίνας τέ μοι γενέσθαι θεραπαίνας καὶ Ἀργείας καὶ Ἀττικὰς καὶ Κορινθίας.
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, ΣΤ, 4.11
    ἐκ τούτου δὴ οἱ εὐνοῦχοι καὶ αἱ θεράπαιναι λαβοῦσαι ἀπῆγον αὐτὴν εἰς τὴν ἁρμάμαξαν καὶ κατακλίναντες κατεκάλυψαν τῇ σκηνῇ.