θεραπευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεραπευτικός θεραπευτική θεραπευτικό
γενική θεραπευτικού θεραπευτικής θεραπευτικού
αιτιατική θεραπευτικό θεραπευτική θεραπευτικό
κλητική θεραπευτικέ θεραπευτική θεραπευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεραπευτικοί θεραπευτικές θεραπευτικά
γενική θεραπευτικών θεραπευτικών θεραπευτικών
αιτιατική θεραπευτικούς θεραπευτικές θεραπευτικά
κλητική θεραπευτικοί θεραπευτικές θεραπευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεραπευτικός < αρχαία ελληνική θεραπευτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεραπευτικός -ή -ό

  • ο κατάλληλος για θεραπεία
  • μέσον που αποσκοπεί ή επιτυγχάνει τη θεραπεία μιας αρρώστιας, κάκωσης ή τραυματισμού
* "θεραπευτικά μέσα"

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]