θεριακλής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεριακλής θεριακλήδες
γενική θεριακλή θεριακλήδων
αιτιατική θεριακλή θεριακλήδες
κλητική θεριακλή θεριακλήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεριακλής < τουρκική tiryaki < περσική تریاکی (tiryākī, οπιομανής) < تریاك (tiryāk, όπιο) < ελληνιστική κοινή θηριακή, θηλυκό του θηριακός < θηρίον (αντιδάνειο) + -λής[1][2]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεριακλής αρσενικό (θηλυκό: θεριακλού ή θεριακλίδισσα)

  • (οικείο) ο μανιώδης καπνιστής ή γενικότερα αυτός που του αρέσει υπερβολικά κάτι
    Από το ένα άκρο στο άλλο. Πριν από μία διετία υπήρχαν νέφη καπνού ακόμη και σε παιδότοπους. Τώρα, με την ολική απαγόρευση, ο θεριακλής αντιμετωπίζεται ως εμμανής δολοφόνος. Ο καπνιστής θεωρείται ένας υπανάπτυκτος, που φυσάει τον καρκίνο στα μούτρα των συνανθρώπων του. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. θεριακλής στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.