θεριστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεριστικός θεριστική θεριστικό
γενική θεριστικού θεριστικής θεριστικού
αιτιατική θεριστικό θεριστική θεριστικό
κλητική θεριστικέ θεριστική θεριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεριστικοί θεριστικές θεριστικά
γενική θεριστικών θεριστικών θεριστικών
αιτιατική θεριστικούς θεριστικές θεριστικά
κλητική θεριστικοί θεριστικές θεριστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεριστικός < ελληνιστική κοινή θεριστικός < αρχαία ελληνική θεριστής < θερίζω < θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < ινδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θε.ɾi.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεριστικός, -ή, -ό

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • θεριστική βολή / θεριστικό πυρ: (στρατιωτικός όρος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]