Μετάβαση στο περιεχόμενο

θερμάστρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θερμάστρα οι θερμάστρες
      γενική της θερμάστρας των θερμαστρών
    αιτιατική τη θερμάστρα τις θερμάστρες
     κλητική θερμάστρα θερμάστρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μια θερμάστρα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θερμάστρα < ελληνιστική κοινή θερμάστρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θερμάστρα θηλυκό

  1. η συσκευή που ακτινοβολεί θερμότητα και χρησιμοποιείται στη θέρμανση ενός χώρου
     συνώνυμα: σόμπα
    ηλεκτρική θερμάστρα
    θερμάστρα υγραερίου
  2. (ιδιωματικό) η λεκάνη εξάτμισης όπου με την ηλιακή ακτινοβολία συμπυκνώνεται το αλάτι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θερμάστρ αἱ θερμάστραι
      γενική τῆς θερμάστρᾱς τῶν θερμαστρῶν
      δοτική τῇ θερμάστρ ταῖς θερμάστραις
    αιτιατική τὴν θερμάστρᾱν τὰς θερμάστρᾱς
     κλητική ! θερμάστρ θερμάστραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θερμάστρ
γεν-δοτ τοῖν  θερμάστραιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

θερμάστρα < θερμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θερμάστρα θηλυκό

  1. φούρνος
  2. κλίβανος, καμίνι
      ὡϲ δ’, ὁπότ’ Αἰτναίου ὄρεος πυρὶ τυφομένοιο σείονται μυχὰ πάντα, κατουδαίοιο γίγαντος εἰς ἑτέρην Βριαρῆος ἐπωμίδα κινυμένοιο, θερμάστραι τε βρέμουσιν ὑφʼ Ἡφαίστοιο πυράγρης ἔργα θʼ ὁμοῦ (Καλλίμαχος, Ύμνοι 4.141– 45, περίπου 3ος αιώνας ΠΚΕ)
    Όπως τότε, όταν το βουνό της Αίτνας με φωτιά καπνίζει και σείονται τα πάντα απ' άκρη σ' άκρη, και από τα έγκατα της γης ο γίγαντας Βριάρεως μετακινεί το βουνό στον άλλο του ώμο, και τα καμίνια βρυχώνται κάτω από τις τσιμπίδες του Ήφαιστου, και όλα του τα έργα... (απόδοση Βικιλεξικού)