θερμάστρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θερμάστρα < ελληνιστική κοινή θερμάστρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θερμάστρα θηλυκό
- η συσκευή που ακτινοβολεί θερμότητα και χρησιμοποιείται στη θέρμανση ενός χώρου
- (ιδιωματικό) η λεκάνη εξάτμισης όπου με την ηλιακή ακτινοβολία συμπυκνώνεται το αλάτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη θερμός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | θερμάστρᾱ | αἱ | θερμάστραι |
| γενική | τῆς | θερμάστρᾱς | τῶν | θερμαστρῶν |
| δοτική | τῇ | θερμάστρᾳ | ταῖς | θερμάστραις |
| αιτιατική | τὴν | θερμάστρᾱν | τὰς | θερμάστρᾱς |
| κλητική ὦ! | θερμάστρᾱ | θερμάστραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θερμάστρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | θερμάστραιν | ||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]θερμάστρα < θερμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θερμάστρα θηλυκό
- φούρνος
- κλίβανος, καμίνι
- ※ ὡϲ δ’, ὁπότ’ Αἰτναίου ὄρεος πυρὶ τυφομένοιο σείονται μυχὰ πάντα, κατουδαίοιο γίγαντος εἰς ἑτέρην Βριαρῆος ἐπωμίδα κινυμένοιο, θερμάστραι τε βρέμουσιν ὑφʼ Ἡφαίστοιο πυράγρης ἔργα θʼ ὁμοῦ (Καλλίμαχος, Ύμνοι 4.141– 45, περίπου 3ος αιώνας ΠΚΕ)
- Όπως τότε, όταν το βουνό της Αίτνας με φωτιά καπνίζει και σείονται τα πάντα απ' άκρη σ' άκρη, και από τα έγκατα της γης ο γίγαντας Βριάρεως μετακινεί το βουνό στον άλλο του ώμο, και τα καμίνια βρυχώνται κάτω από τις τσιμπίδες του Ήφαιστου, και όλα του τα έργα... (απόδοση Βικιλεξικού)
- ※ ὡϲ δ’, ὁπότ’ Αἰτναίου ὄρεος πυρὶ τυφομένοιο σείονται μυχὰ πάντα, κατουδαίοιο γίγαντος εἰς ἑτέρην Βριαρῆος ἐπωμίδα κινυμένοιο, θερμάστραι τε βρέμουσιν ὑφʼ Ἡφαίστοιο πυράγρης ἔργα θʼ ὁμοῦ (Καλλίμαχος, Ύμνοι 4.141– 45, περίπου 3ος αιώνας ΠΚΕ)
Πηγές
[επεξεργασία]- θερμάστρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)