θερμαστής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θερμαστής < θερμαίνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θερμαστής αρσενικό
- (επάγγελμα) ο υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία του ατμολέβητα σε ατμομηχανή (ατμόπλοιο, τραίνο κ.λπ.)
- ※ "Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί..." (Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, περιοδικό Ο Κύκλος, 1933)
- ※ Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σαφῶς προκύπτει, ὅτι αἱ λέξεις «ἐθελοντής ναύτης» (πτυχιοῦχος ἤ διπλωματοῦχος ἤ καταστρώματος) «ἐθελοντής θερμαστής» καὶ «ἐθελοντής δύτης» συνιστῶσιν ἴδιον βαθμόν, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὸν βάθμὸν τοῦ «ναύτου» (πτυχιούχου ἢ διπλωματούχου ἢ καταστρώματος), «ναύτου θερμαστοῦ» καὶ «ναύτου δύτου» (Τηλέμαχος Α. Κουτσουβέλης, Συλλογή ναυτικών διατάξεων, Εθνικό Τυπογραφείο, 1913, σελ. 147)
- ※ Ἀκόμη καί τά μάτια τους ἦταν σκεπασμένα μέ μαῦρα λάδια. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας, εἶπε ὁ ἕνας θερμαστής, ὁ Ἰσίδωρος. Ἐγὼ ἔχω εἴκοσι χρόνια στὸ στόκολο. Καὶ τώρα, στὶς μηχανὲς μὲ τὰ λάδια, πάει καλά. Νὰ σ' ἔβλεπα τότες ποὺ τὰ βαπόρια δουλεῦαν μὲ κάρβουνο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μᾶς, εἶπε σὰν ἠχὼ ὁ ἄλλος Καλυμνιός θερμαστής (Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, 1981, σελ. 141)