θερμοκήπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θερμοκήπιο θερμοκήπια
γενική θερμοκηπίου θερμοκηπίων
αιτιατική θερμοκήπιο θερμοκήπια
κλητική θερμοκήπιο θερμοκήπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θερμοκήπιο < θερμο- (< θερμός) + -κηπιο (< κήπος) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική serre chaude
Η λέξη μαρτυρείται από το 1856

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɛɾ.mɔ.ˈci.pi.ɔ/
το εσωτερικό ενός θερμοκηπίου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θερμοκήπιο ουδέτερο

  1. καλλιεργήσιμη έκταση που προστατεύεται από διαφανή κατασκευή (γυαλί ή πλαστικό), η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη θερμοκρασιών υψηλότερων από του εξωτερικού περιβάλλοντος και έτσι την καλλιέργεια φυτών εκτός εποχής
  2. το περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από συνθήκες ιδιαίτερης προστασίας και φροντίδας, που συντελούν στην ανάπτυξη κάποιου προσώπου ή πράγματος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]