θερμομονωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θερμομονωτικός θερμομονωτική θερμομονωτικό
γενική θερμομονωτικού θερμομονωτικής θερμομονωτικού
αιτιατική θερμομονωτικό θερμομονωτική θερμομονωτικό
κλητική θερμομονωτικέ θερμομονωτική θερμομονωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θερμομονωτικοί θερμομονωτικές θερμομονωτικά
γενική θερμομονωτικών θερμομονωτικών θερμομονωτικών
αιτιατική θερμομονωτικούς θερμομονωτικές θερμομονωτικά
κλητική θερμομονωτικοί θερμομονωτικές θερμομονωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θερμομονωτικός < θερμο- + μονωτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θερμομονωτικός, -ή, -ό

  1. (φυσική), (μηχανολογία): αυτός που εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας
  2. που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί η θερμομόνωση
    θερμομονωτικά υλικά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]