θερμομονωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θερμομονωτικός < θερμομόνω(σις > ση) + -τικός.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε θερμο- + μονωτικός
Επίθετο
[επεξεργασία]θερμομονωτικός, -ή, -ό
- (φυσική, μηχανολογία) που εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας
- που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί η θερμομόνωση
- ※ κτίζοντας δύο δρομικούς τοίχους και τοποθετώντας ανάμεσά τους θερμομονωτικό υλικό, κατασκευάζουμε τους εξωτερικούς τοίχους μιας οικοδομής (Δημήτρης Καλέργης , Κέλυφος κτηρίων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ανακτήθηκε στις 9/11/2025 )
- ※ Η ύπαρξη θερμοδιακοπής στα συρόμενα συστήματα τόσο στην κάσα, όσο και στα φύλλα βελτιώνει τη θερμομονωτική ικανότητά τους, που όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τις θερμομονωτικές επιδόσεις ενός ανοιγόμενου συστήματος. (Συστήματα κουφωμάτων αλουμινίου με θερμοδιακοπή, ΚΤΙΡΙΟ, ανακτήθηκε στις 12/4/2025 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θερμομονωτικός
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ θερμομονωτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα θερμο- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Μηχανολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)