θερμομονωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θερμομονωτικός θερμομονωτική θερμομονωτικό
γενική θερμομονωτικού θερμομονωτικής θερμομονωτικού
αιτιατική θερμομονωτικό θερμομονωτική θερμομονωτικό
κλητική θερμομονωτικέ θερμομονωτική θερμομονωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θερμομονωτικοί θερμομονωτικές θερμομονωτικά
γενική θερμομονωτικών θερμομονωτικών θερμομονωτικών
αιτιατική θερμομονωτικούς θερμομονωτικές θερμομονωτικά
κλητική θερμομονωτικοί θερμομονωτικές θερμομονωτικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

θερμομονωτικός < θερμο- + μονωτικός

Επίθετο[επεξεργασία]

θερμομονωτικός, -ή, -ό

  1. (φυσική), (μηχανολογία): αυτός που εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας
  2. που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί η θερμομόνωση
    θερμομονωτικά υλικά

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]