θεσμοθετημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θεσμοθετημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θεσμοθετώ
Μετοχή
[επεξεργασία]θεσμοθετημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη θεσμοθετώ
- ※ Οι εκπτώσεις στην Ελλάδα είναι θεσμοθετημένες, διακρίνονται σε χειμερινές και θερινές, με τις ακόλουθες ( συνήθως) περιόδους ισχύος: χειμερινές εκπτώσεις: μέσα Ιανουαρίου – τέλος Φεβρουαρίου θερινές εκπτώσεις: μέσα Ιουλίου – τέλος Αυγούστου. (Αναθεωρηθείς Δείκτης Τιμών Καταναλωτού, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, 2009, σελ. 24)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θεσμοθετημένος
|
|