θεωρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θεωρία οι θεωρίες
      γενική της θεωρίας των θεωριών
    αιτιατική τη θεωρία τις θεωρίες
     κλητική θεωρία θεωρίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεωρία < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική θεωρία (κοίταγμα, στοχασμός, ελληνιστική κοινή: φιλοσοφική υπόθεση) & λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική théorie ή από την αγγλική theory[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θe.oˈɾi.a/
Audio 
τυπογραφικός συλλαβισμός: θε‐ω‐ρί‐α
ομόηχο: θεωρεία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρία θηλυκό

  1. ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών και προτάσεων που συνιστά μια ιδιαίτερη προσέγγιση ενός φιλοσοφικού, επιστημονικού, πολιτικού, οικονομικού ή άλλου ζητήματος
    η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα
  2. (φυσικές επιστήμες) ένα συνεκτικό σύνολο αξιωμάτων που αποπειράται να εξηγήσει ένα σύνολο φαινομένων
    η θεωρία της σχετικότητας
  3. μια υπόθεση που αποπειράται να δώσει εξήγηση σε ένα πρόβλημα
  4. η νοητική επεξεργασία ενός ζητήματος σε αντίθεση με την πράξη
    ※  Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (Διδώ Σωτηρίου (1976). Εντολή [μυθιστόρημα])
  5. (στο σχολείο) οι γενικές αρχές μιας επιστήμης ή μαθήματος που διδάσκονται ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επιλύσει αντίστοιχες ασκήσεις ή να είναι έτοιμος για το μάθημα που διδάσκεται στο εργαστήριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη θεωρός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]