Μετάβαση στο περιεχόμενο

θεωρία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θεωρία οι θεωρίες
      γενική της θεωρίας των θεωριών
    αιτιατική τη θεωρία τις θεωρίες
     κλητική θεωρία θεωρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεωρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρία (κοίταγμα, στοχασμός, (ελληνιστική κοινή): φιλοσοφική υπόθεση) & λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική théorie ή από την αγγλική theory[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θe.oˈɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θεωρία
 
ομόηχο: θεωρεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεωρία θηλυκό

  1. ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών και προτάσεων που συνιστά μια ιδιαίτερη προσέγγιση ενός φιλοσοφικού, επιστημονικού, πολιτικού, οικονομικού ή άλλου ζητήματος
      «Όταν ξέσπασε η θύελλα του 1848», σημειώνει ο Πλεχάνωφ, «οι Γάλλοι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά τη θεωρία "η τέχνη για την τέχνη" χαραχτηρίζοντάς της σαν παιδαριώδη (Μήτσος Λυγίζος, Το νεοελληνικό πλάϊ στο παγκόσμιο θέατρο. Δραματολογική ανάλυση, αισθητική και ιστορική τοποθέτηση, τόμος 1, εκδ. Δωδώνη, 1980, σελ. 130)
  2. (φυσικές επιστήμες) ένα συνεκτικό σύνολο αξιωμάτων που αποπειράται να εξηγήσει ένα σύνολο φαινομένων
    παράδειγμα  η θεωρία της σχετικότητας
  3. μια υπόθεση που αποπειράται να δώσει εξήγηση σε ένα πρόβλημα
      Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του. (Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912)
  4. η νοητική επεξεργασία ενός ζητήματος σε αντίθεση με την πράξη
      Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. ( Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  5. (στο σχολείο) οι γενικές αρχές μιας επιστήμης ή μαθήματος που διδάσκονται ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επιλύσει αντίστοιχες ασκήσεις ή να είναι έτοιμος για το μάθημα που διδάσκεται στο εργαστήριο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη θεωρός

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θεωρί αἱ θεωρίαι
      γενική τῆς θεωρίᾱς τῶν θεωριῶν
      δοτική τῇ θεωρί ταῖς θεωρίαις
    αιτιατική τὴν θεωρίᾱν τὰς θεωρίᾱς
     κλητική ! θεωρί θεωρίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θεωρί
γεν-δοτ τοῖν  θεωρίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεωρία < θεωρός + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεωρία θηλυκό

  1. παρατήρηση, θέαση, εξέταση, κοίταγμα
    1. εξέταση, έρευνα, στοχασμός, γνώση
    2. η θέα, η παρακολούθηση της πανήγυρης
  2. αποστολή θεωρών μιας πόλης, πρεσβεία σε εθνικές θρησκευτικές εορτές και πανηγύρεις
  3. το αξίωμα του θεωρού
  4. δημόσιο θέαμα, παράσταση
  5. πανήγυρη, γιορτή

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]