θεωρικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. τα χρήματα που δίνονταν σε άπορους πολίτες της Αρχαίας Αθήνας ως θεατρικό εισιτήριο