θεωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεωρός θεωροί
γενική θεωρού θεωρών
αιτιατική θεωρό θεωρούς
κλητική θεωρέ θεωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεωρός < αρχαία ελληνική θεωρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρός

  1. επίσημος απεσταλμένος σε μαντείο, πανελλήνια εορτή, βασιλιά
  2. θεατής (αυτός που παρατηρεί κάτι και δεν έχει ενεργό συμμετοχή σε αυτό)
  3. αυτός που ταξιδεύει με σκοπό να γνωρίσει άλλους τόπους και ανθρώπους
  4. τίτλος αξιωματούχου σε διάφορες ελληνικές πόλεις

Αναφορές [επεξεργασία]

Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883