θεωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεωρός θεωροί
γενική θεωρού θεωρών
αιτιατική θεωρό θεωρούς
κλητική θεωρέ θεωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεωρός < αρχαία ελληνική θεωρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεωρός < θεός + ὁράω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρός

  1. επίσημος απεσταλμένος σε μαντείο, πανελλήνια εορτή, βασιλιά
  2. θεατής (αυτός που παρατηρεί κάτι και δεν έχει ενεργό συμμετοχή σε αυτό)
  3. αυτός που ταξιδεύει με σκοπό να γνωρίσει άλλους τόπους και ανθρώπους
  4. τίτλος αξιωματούχου σε διάφορες ελληνικές πόλεις

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883