θεϊκά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]θεϊκά
— Πώς περάσατε στο ταξίδι σας; — Θεϊκά!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θεϊκά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]θεϊκά ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (θεϊκό) του θεϊκός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]θεϊκά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (θεϊκόν) του θεϊκός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική δυϊκού, θηλυκού γένους (θεϊκή) του θεϊκός