Μετάβαση στο περιεχόμενο

θηλή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θηλή οι θηλές
      γενική της θηλής των θηλών
    αιτιατική τη θηλή τις θηλές
     κλητική θηλή θηλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γυναικεία θηλή
θηλές για μπιμπερό

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θηλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeh₁[1] (θηλάζω, θηλή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θηλή θηλυκό

  1. (ανατομία) η ρώγα
  2. (ανατομία) μικρή φουσκωτή προεξοχή οργάνου
  3. αντικείμενο που μοιάζει με θηλή, φτιαγμένο συνήθως από σιλικόνη και χρησιμοποιείται στα μπιμπερό, για τάισμα μωρών

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θηλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeh₁[1] (θηλάζω, θηλή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θηλή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.