θηλασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θηλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θηλάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]θηλασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη θηλάζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θηλασμένος
|
|