θηλυφανής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θηλυφανής θηλυφανής θηλυφανές
γενική θηλυφανούς θηλυφανούς θηλυφανούς
αιτιατική θηλυφανή θηλυφανή θηλυφανές
κλητική θηλυφανή(ής) θηλυφανής θηλυφανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θηλυφανείς θηλυφανείς θηλυφανή
γενική θηλυφανών θηλυφανών θηλυφανών
αιτιατική θηλυφανείς θηλυφανείς θηλυφανή
κλητική θηλυφανείς θηλυφανείς θηλυφανή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλυφανής < (λόγιο) ελληνιστική κοινή θηλυφανής < θήλυς (< γυναίκα) + -φανής

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θi.li.faˈnis/

Επίθετο[επεξεργασία]

θηλυφανής, -ής, -ές

  • (λόγιο) που μοιάζει με γυναίκα η με γυναικεία χαρακτηριστικά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ θηλυφανής τὸ θηλυφανές οἱ, αἱ θηλυφανεῖς τὰ θηλυφαν
Γενική τοῦ, τῆς θηλυφανοῦς τοῦ θηλυφανοῦς τῶν θηλυφανῶν τῶν θηλυφανῶν
Δοτική τῷ, τῇ θηλυφανεῖ τῷ θηλυφανεῖ τοῖς, ταῖς θηλυφανέσι(ν) τοῖς θηλυφανέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν θηλυφαν τὸ θηλυφανές τοὺς, τὰς θηλυφανεῖς τὰ θηλυφαν
Κλητική θηλυφανές θηλυφανές θηλυφανεῖς θηλυφαν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική θηλυφανεῖ
Γενική-Δοτική θηλυφανοῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θηλυφανής < θήλυς (< γυναίκα) + -φανής (< ἒ-φαν-ην, παθητικός αόριστος του φαίνομαι)

Επίθετο[επεξεργασία]

θηλυφανής, -ής, -ές

Πηγές[επεξεργασία]