Μετάβαση στο περιεχόμενο

θηριομαχία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θηριομαχία οι θηριομαχίες
      γενική της θηριομαχίας των θηριομαχιών
    αιτιατική τη θηριομαχία τις θηριομαχίες
     κλητική θηριομαχία θηριομαχίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θηριομαχία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριομαχία[1] < θηριομάχος. Μορφολογικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -μαχία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θi.ɾi.o.maˈçi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θηριομαχία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θηριομαχία θηλυκό

  1. η μάχη θηρίων μεταξύ τους
  2. η μάχη μεταξύ θηρίων και ανθρώπων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τις λέξεις θηρίο και μάχη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θηριομαχί αἱ θηριομαχίαι
      γενική τῆς θηριομαχίᾱς τῶν θηριομαχιῶν
      δοτική τῇ θηριομαχί ταῖς θηριομαχίαις
    αιτιατική τὴν θηριομαχίᾱν τὰς θηριομαχίᾱς
     κλητική ! θηριομαχί θηριομαχίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θηριομαχί
γεν-δοτ τοῖν  θηριομαχίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θηριομαχία < θηριομάχ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -μαχία.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θηριομαχία, -ας θηλυκό