θιγμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θιγμένος θιγμένη θιγμένο
γενική θιγμένου θιγμένης θιγμένου
αιτιατική θιγμένο θιγμένη θιγμένο
κλητική θιγμένε θιγμένη θιγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θιγμένοι θιγμένες θιγμένα
γενική θιγμένων θιγμένων θιγμένων
αιτιατική θιγμένους θιγμένες θιγμένα
κλητική θιγμένοι θιγμένες θιγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θιγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θίγω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θιγμένος, -η, -ο

  1. που έχει θιχτεί, προσβεβλημένος
    θιγμένος εγωισμός, θιγμένη αξιοπρέπεια, θιγμένο ύφος
    έχουμε παρεξηγηθεί και νιώθουμε θιγμένοι
  2. που έχει ζημιωθεί, ζημιωμένος
    θιγμένα συμφέροντα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]