θλάω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας θλῶ θλῶμαι
Παρατατικός ἔθλων ἐθλώμην
Μέλλοντας θλάσω θλασθήσομαι
Αόριστος ἔθλᾰσα ἐθλάσθην
Παρακείμενος τέθλασμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θλάω

  1. (μεταβατικό) σπάω
  2. (μεταφορικά) καταπιέζω