θλιβερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θλιβερός θλιβερή θλιβερό
γενική θλιβερού θλιβερής θλιβερού
αιτιατική θλιβερό θλιβερή θλιβερό
κλητική θλιβερέ θλιβερή θλιβερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θλιβεροί θλιβερές θλιβερά
γενική θλιβερών θλιβερών θλιβερών
αιτιατική θλιβερούς θλιβερές θλιβερά
κλητική θλιβεροί θλιβερές θλιβερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θλιβερός < μεσαιωνική ελληνική θλιβερός < αρχαία ελληνική θλίβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰlig- (χτυπώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θλιβερός

  1. αυτός που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, δυσαρέσκεια
    είναι θλιβερή η διαπίστωση της απώλειας
  2. αυτός που χαρακτηρίζεται από δυστυχία κι εγκατάλειψη, προκαλώντας τον οίκτο
    η θλιβερή ζωή των απόρων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θλιβερός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θλιβερός

  1. συμπιεστικός, που θλίβει