θνήσκω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- θνήσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θνῄσκω
- Στην κοινή νεοελληνική το βρίσκουμε συχνότερα σε αρχαία παράγωγα όπως το αποθνήσκω, ή σε σύνθετα με το θέμα του, θνησι-.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈθni.sko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θνή‐σκω
Ρήμα
[επεξεργασία]θνήσκω συνήθως στον ενεστώτα
- (απαρχαιωμένο, λογοτεχνικό) πεθαίνω
- ※ η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
- Νίκος Βατόπουλος. «Θνήσκει» η οικία Ερνέστου Τσίλλερ στη Μαυρομιχάλη, εφημερίδα Καθημερινή, 2003.06.21.
- ※ Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 )
- ※ Η μνήμη πρωτοστατεί, σε όλες της τις εκδοχές, μνήμη για τη χαμένη πατρίδα, η μνήμη σώμα που θνήσκει και ανασταίνεται. (paratiritis-news.gr, 16/12/2017 )
- ※ Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32ο αδρανοποιούνται και άνω των 36ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 )
- ※ η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη πεθαίνω
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- θνήσκω (καθαρεύουσα) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θνῄσκω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈθni.sko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θνή‐σκω
Ρήμα
[επεξεργασία]θνήσκω (καθαρεύουσα)
- απλογράφηση του αρχαίου θνῄσκω σε κείμενα της απλής καθαρεύουσας
- ※ 1806 - ⌘ Ελληνική Νομαρχία. Παρά Ανωνύμου του Έλληνος. Εν Ιταλία, 1806. Αθήνα: χ.ε., 1968. Βιβλίο Τρίτο. σελ.92 pdf@archive, Βιβλίο Τρίτο @Βικιθήκη
- Καὶ πολλῶν ἡ ἀδυναμία μιᾶς δικαίας ἐκδικήσεως καὶ ἡ πολλὰ αἰσθαντική των καρδία φθείρει τὴν ζωὴν καὶ θνήσκουν ἀπελπισμένοι.
- ※ 1891-1903 - ⌘ Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Α΄, 25
- Εἰς τοῦτον τὸν Παράδεισον τῆς ἱερᾶς σιγῆς,
ὁποὺ τελείως θνήσκεις,
παντὸς δικαίου ἀληθοῦς καὶ μάρτυρος τῆς γῆς
τὸ Πάνθεον εὑρίσκεις.
- Εἰς τοῦτον τὸν Παράδεισον τῆς ἱερᾶς σιγῆς,
- ※ 1806 - ⌘ Ελληνική Νομαρχία. Παρά Ανωνύμου του Έλληνος. Εν Ιταλία, 1806. Αθήνα: χ.ε., 1968. Βιβλίο Τρίτο. σελ.92 pdf@archive, Βιβλίο Τρίτο @Βικιθήκη
Πηγές
[επεξεργασία]Για την κοινή νεοελληνική
- θνήσκω - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- Στε: Με σημείωση «απαντά σε σύνθετα και παράγωγα π.χ. αποθνήσκω, θνησιγενής, θνησιμότητα κ.ά.»
- τεθνεώς, δεδικαίωται - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Όροι με με θνησκ-, με θνησι- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Απαρχαιωμένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα
- Ρήματα (καθαρεύουσα)
- Ρηματικές φωνές (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα από τα αρχαία ελληνικά
- Ρήματα από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σουρή (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)