Μετάβαση στο περιεχόμενο

θνήσκω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: θνῄσκω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
θνήσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θνῄσκω
Στην κοινή νεοελληνική το βρίσκουμε συχνότερα σε αρχαία παράγωγα όπως το αποθνήσκω, ή σε σύνθετα με το θέμα του, θνησι-.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθni.sko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θνήσκω

θνήσκω συνήθως στον ενεστώτα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη πεθαίνω

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
θνήσκω (καθαρεύουσα) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θνῄσκω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθni.sko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θνήσκω

θνήσκω (καθαρεύουσα)

Για την κοινή νεοελληνική