θολούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θολούρα θολούρες
γενική θολούρας
αιτιατική θολούρα θολούρες
κλητική θολούρα θολούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θολούρα < θολός + -ούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θολούρα θηλυκό

  • η κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι θολό, δεν είναι διαυγές, καθαρό
    υπήρχε μια θολούρα στην ατμόσφαιρα εξαιτίας του νοτιά
  • η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να σκεφτεί σωστά
    έχω μια θολούρα στο κεφάλι μου από την κούραση
  • (μεταφορικά) σύγχυση, μπέρδεμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]