θολός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : θόλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική θολός θολή θολό
γενική θολού θολής θολού
αιτιατική θολό θολή θολό
κλητική θολέ θολή θολό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θολοί θολές θολά
γενική θολών θολών θολών
αιτιατική θολούς θολές θολά
κλητική θολοί θολές θολά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θολός < αρχαία ελληνική θολός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /θɔ.ˈlɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /θɔ.ˈli/ θηλυκό
ΔΦΑ : /θɔ.ˈlɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

θολός

  1. (για υγρό) που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων
    το νερό του ποταμού ήταν θολό από τη λάσπη
  2. που σχηματίζει ένα είδωλο που δεν διακρίνεται καθαρά, θαμπός
    η εικόνα στην τηλεόραση είναι θολή, η συσκευή χρειάζεται επισκευή
  3. που δεν έχει διαύγεια πνεύματος
  4. (μεταφορικά) όχι ξεκάθαρος, ασαφής
    θολή ιδεολογία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θολός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θολός αρσενικό

  1. ακαθαρσία, λάσπη, λασπόνερο
  2. το μελάνι διαφόρων μαλακίων

Open book 01.svg Επίθετο[]

θολός

  1. (για υγρό ή στερεό που φυσιολογικά είναι διαφανές) που δεν διαυγής, που είναι θολερός