Μετάβαση στο περιεχόμενο

θορυβώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θορυβώ < αρχαία ελληνική θορυβῶ

θορυβώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]