θοός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική θοός θοή θοόν θοοί θοαί θοά
Γενική θοοῦ θοῆς θοοῦ θοῶν θοῶν θοῶν
Δοτική θοῷ θοῇ θοῷ θοοῖς θοαῖς θοοῖς
Αιτιατική θοόν θοήν θοόν θοούς θοάς θοά
Κλητική θοέ θοή θοόν θοοί θοαί θοά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική θοώ θοά
Γενική-Δοτική θοοῖν θοαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θοός < θέω < θεϝ- < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰew- ‎(τρέχω, ρέω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θοός -ή -όν

  1. γρήγορος, γοργός
  2. ευκίνητος
  3. οξύς, αιχμηρός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]