Μετάβαση στο περιεχόμενο

θράψαλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θράψαλο τα θράψαλα
      γενική του θράψαλου των θράψαλων
    αιτιατική το θράψαλο τα θράψαλα
     κλητική θράψαλο θράψαλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Θράψαλο (1)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θράψαλο < θρύψαλο[1] ή < *θρέψαλον (: θρέμμα) < *θρεψάλι(ο)ν < θρέψ(η) + -άλιον με αφομοίωση του [e] > [a].  δείτε  τα ιδιωματικά θράψαλος (:ευτραφής) και θραψάλι[2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θράψαλο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. θράψαλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. Γεωργία Κατσούδα, Αξιοποιώντας το σημασιολογικό κριτήριο στην ετυμολογική έρευνα: επανετυμολογήσεις του κοινού νεοελληνικού λεξιλογίου, Ακαδημία Αθηνών, ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ-ΙΛΝΕ, Λεξικογραφικόν Δελτίον, 27–28 (Αθήνα 2023), σελ. 93–110.