θράψαλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | θράψαλο | τα | θράψαλα |
| γενική | του | θράψαλου | των | θράψαλων |
| αιτιατική | το | θράψαλο | τα | θράψαλα |
| κλητική | θράψαλο | θράψαλα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θράψαλο ουδέτερο
- (μαλάκιο) είδος καλαμαριού (Todarodes sagittatus)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
θράψαλο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θράψαλο
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ θράψαλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ Γεωργία Κατσούδα, Αξιοποιώντας το σημασιολογικό κριτήριο στην ετυμολογική έρευνα: επανετυμολογήσεις του κοινού νεοελληνικού λεξιλογίου, Ακαδημία Αθηνών, ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ-ΙΛΝΕ, Λεξικογραφικόν Δελτίον, 27–28 (Αθήνα 2023), σελ. 93–110.