θρήνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θρήνος θρήνοι
γενική θρήνου θρήνων
αιτιατική θρήνο θρήνους
κλητική θρήνε θρήνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρήνος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρήνος αρσενικό

  1. κλάμα έντονο και παρατεταμένο. Γενικά έκφραση έντονης λύπης/πόνου. Στην μουσική τραγούδι που εκφράζει έντονη λύπη. Συχνά αφορά στο θάνατο ενός ανθρώπου π.χ. "η μάνα θρηνεί τον χαμό του παιδιού της".
    Όταν μαθεύτηκε στη χώρα η επιστροφή του Σαμουήλ και η καταστροφή του στρατού του, η χαρά της παραμονής μεταστράφηκε σε θρήνο. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]