θρανίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θρανίο θρανία
γενική θρανίου θρανίων
αιτιατική θρανίο θρανία
κλητική θρανίο θρανία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρανίο < αρχαία ελληνική θρανίον < υποκοριστικό του θρᾶνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρανίο ουδέτερο

  1. σχολικό έπιπλο με τέσσερα πόδια, χώρο για τοποθέτηση βιβλίων, επίπεδη επιφάνεια εργασίας και συχνά με ενσωματωμένο κάθισμα, κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί από μαθητές

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

  • θρανιάκι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]