θριαμβικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θριαμβικός θριαμβική θριαμβικό
γενική θριαμβικού θριαμβικής θριαμβικού
αιτιατική θριαμβικό θριαμβική θριαμβικό
κλητική θριαμβικέ θριαμβική θριαμβικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θριαμβικοί θριαμβικές θριαμβικά
γενική θριαμβικών θριαμβικών θριαμβικών
αιτιατική θριαμβικούς θριαμβικές θριαμβικά
κλητική θριαμβικοί θριαμβικές θριαμβικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θριαμβικός < ελληνιστική κοινή < θρίαμβος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θριαμβικός -ή -ό

  1. ο σχετικός με το θρίαμβο (την παρέλαση)
  2. θριαμβευτικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]