θρόνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | θρόνος | οι | θρόνοι |
| γενική | του | θρόνου | των | θρόνων |
| αιτιατική | τον | θρόνο | τους | θρόνους |
| κλητική | θρόνε | θρόνοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θρόνος < αρχαία ελληνική
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θρόνος αρσενικό
- το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του
- (κατ’ επέκταση) το βασιλικό αξίωμα
- ο διάδοχος του θρόνου
- Σωτήρας του αγγλικού θρόνου ο πρίγκιπας Oυίλιαμ; (Τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Ιανουαρίου 2010)
- (κατ’ επέκταση) άλλο ανώτατο αξίωμα
- ο Οικουμενικός Θρόνος (το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη)
- ※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.
- Μαρία Αντωνιάδου, Ιστορίες για αγίους, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θρόνος
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)