θυγατριδοῦς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | θυγατριδέος > θυγατριδοῦς | οἱ | θυγατριδέοι > θυγατριδοῖ |
| γενική | τοῦ | θυγατριδέου > θυγατριδοῦ | τῶν | θυγατριδέων > θυγατριδῶν |
| δοτική | τῷ | θυγατριδέῳ > θυγατριδῷ | τοῖς | θυγατριδέοις > θυγατριδοῖς |
| αιτιατική | τὸν | θυγατριδέον > θυγατριδοῦν | τοὺς | θυγατριδέους > θυγατριδοῦς |
| κλητική ὦ! | θυγατριδέε > θυγατριδοῦ | θυγατριδέοι > θυγατριδοῖ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θυγατριδέω > θυγατριδώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | θυγατριδέοιν > θυγατριδοῖν | ||
| 2η κλίση, ομάδα 'θυγατριδέος θυγατριδοῦς', Κατηγορία 'θυγατριδοῦς' όπως «θυγατριδοῦς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θυγατριδοῦς < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θυγατριδοῦς αρσενικό, ιωνικός τύπος : θυγατριδέος (θηλυκό θυγατριδῆ)
- (οικογένεια) αττικός τύπος : ο γιος της θυγατέρας, ο εγγονός από την κόρη
Πηγές
[επεξεργασία]- θυγατριδοῦς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- θυγατριδοῦς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'θυγατριδέος θυγατριδοῦς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θυγατριδοῦς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θυγατριδοῦς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις περισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οικογένεια (αρχαία ελληνικά)
- Αττική διάλεκτος
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)