θυελλόγλαρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θυελλόγλαρος αρσενικό
- (πτηνό) είδος γλάρου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θυελλόγλαρος
|
|
θυελλόγλαρος αρσενικό
|
|