θυμωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θυμωμένος θυμωμένη θυμωμένο
γενική θυμωμένου θυμωμένης θυμωμένου
αιτιατική θυμωμένο θυμωμένη θυμωμένο
κλητική θυμωμένε θυμωμένη θυμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θυμωμένοι θυμωμένες θυμωμένα
γενική θυμωμένων θυμωμένων θυμωμένων
αιτιατική θυμωμένους θυμωμένες θυμωμένα
κλητική θυμωμένοι θυμωμένες θυμωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμωμένος < παθητική μετοχή του θυμώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θυμωμένος -η -ο

  • που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]