θυμωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θυμωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου θυμώνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θi.moˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θυ‐μω‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]θυμωμένος, -η, -ο
- που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή
- ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 )