θυμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυμός θυμοί
γενική θυμού θυμών
αιτιατική θυμό θυμούς
κλητική θυμέ θυμοί
Απαντάται κυρίως στον ενικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμός < αρχαία ελληνική θυμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θi.ˈmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμός αρσενικό

  1. ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
    Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του
    Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

αλλά και

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θυμός θυμώ θυμοί
Γενική θυμοῦ θυμοῖν θυμῶν
Δοτική θυμ θυμοῖν θυμοῖς
Αιτιατική θυμόν θυμώ θυμούς
Κλητική θυμέ θυμώ θυμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμός < πρωτοελληνική tʰūmós (καπνός, αναπνοή, ψυχή) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰuh₂mós ‎(καπνός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμός αρσενικό

  • πνοή
  • ψυχή
    ... πολλὰ δ' ὅ γ' ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ... Οδύσσεια, α4

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]