θυμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: θύμος

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θυμός οι θυμοί
      γενική του θυμού των θυμών
    αιτιατική τον θυμό τους θυμούς
     κλητική θυμέ θυμοί
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θυμός (ψυχή, πνοή)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θiˈmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θυ‐μός
τονικό παρώνυμο: θύμος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμός αρσενικό

  • το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
    Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του'.'
    Άσε κάτω τους θυμούς κι έλα να μιλήσουμε λογικά.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
θυμο- 

→ και δείτε τις λέξεις θυμάμαι και ενθυμούμαι

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κατηγορίες

-θυμος

-θυμία

-θυμώ

Πηγές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θυμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμός αρσενικό

  1. θυμός, οργή
  2. πολεμικό μένος
  3. (μεταφορικά) θαλασσοταραχή στην έκφραση θυμός τῆς θάλασσας
  4. επιθυμία, πόθος
  5. το θυμοειδές, τπ θυμικό
  6. δηλητήριο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
θυμο- 

→ δείτε και ρήματα σε -θυμέω

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θυμός οἱ θυμοί
      γενική τοῦ θυμοῦ τῶν θυμῶν
      δοτική τῷ θυμ τοῖς θυμοῖς
    αιτιατική τὸν θυμόν τοὺς θυμούς
     κλητική ! θυμέ θυμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θυμώ
γεν-δοτ τοῖν  θυμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμός < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *tʰūmós (καπνός, αναπνοή, ψυχή) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰuh₂mós ‎(καπνός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμός αρσενικό

  1. πνοή, ψυχή, ζωή
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 593 (στίχοι 592-593)
    πᾶν δ᾽ ἦμαρ φερόμην, ἅμα δ᾽ ἠελίῳ καταδύντι | κάππεσον ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ᾽ ἔτι θυμὸς ἐνῆεν·
    Ολημερίς εγύριζα, και ο ήλιος είχε δύσει | όταν στην Λήμνον έπεσα κοντά να βγει η ψυχή μου·
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 433
    ἤ κεν ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ τυπεὶς ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσῃς.
    ή τώρ᾽ από την λόγχην μου θα χάσεις την ζωήν σου».
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  2. ψυχή, νους ως η έδρα των σκέψεων
    ※  6ος/5ος↑ αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 706 (705-706)
    τοὺς ἐμοὺς λόγους | θυμῷ βάλ᾽, ὡς ἂν τέρματ᾽ ἐκμάθῃς ὁδοῦ.
    βάλ᾽ τα μες στο νου σου | τα λόγια αυτά, τους δρόμους σου για να γνωρίζεις.
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
  3. οργή, θυμός, η έδρα του θυμού
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 16 (Π. Πατρόκλεια.), στίχ. 616
    Αἰνείας δ᾽ ἄρα θυμὸν ἐχώσατο φώνησέν τε·
    Ο Αινείας τότ᾽ εχόλωσε κι εφώναξεν:
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  4. επιθυμία, διάθεση, θέληση
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 94 (στίχοι 93-94)
    οἶσθα καὶ αὐτή, | οἷος κείνου θυμὸς ὑπερφίαλος καὶ ἀπηνής.
    και μόνη το γνωρίζεις | άσπλαχνην πόσον και άδικην έχει ψυχήν εκείνος
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  5. καρδιά ως η έδρα των αισθημάτων
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 189
    γνῶ δὲ κλήρου σῆμα ἰδών, γήθησε δὲ θυμῷ.
    και το σημάδι άμ᾽ είδε αυτός το γνώρισε κι εχάρη.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 611 (στίχοι 609-611)
    ἠδὲ καὶ ἵππον | δώσω ἐμήν περ ἐοῦσαν, ἵνα γνώωσι καὶ οἵδε | ὡς ἐμὸς οὔ ποτε θυμὸς ὑπερφίαλος καὶ ἀπηνής.
    και την φοράδ᾽, αν κι είναι | δική μου, λάβε την εσύ για να γνωρίσουν όλοι | ότι καρδιά περήφανην και αμάλακτην δεν έχω.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  6. θάρρος, τόλμη
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 280
    τάρβησαν, πᾶσιν δὲ παραὶ ποσὶ κάππεσε θυμός.
    ετρόμαξαν και στην καρδιά το θάρρος τους εκόπη.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  7. ιδιοσυγκρασία
  8. επιθυμία για φαγητό και ποτό
    ※  8ος αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 263 (στίχοι 262-263)
    σὸν δὲ πλεῖον δέπας αἰεὶ | ἕστηχ᾽, ὥς περ ἐμοί, πιέειν ὅτε θυμὸς ἀνώγοι.
    αλλά πάντοτε συ έχεις το ποτήρι | γεμάτο εμπρός ως το ᾽χω εγώ, να πίνεις όταν θέλεις·
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr

Συγγενικά[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
θυμο- 

Πηγές[επεξεργασία]