Μετάβαση στο περιεχόμενο

θυννοσκοπεῖον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ θυννοσκοπεῖον τὰ θυννοσκοπεῖ
      γενική τοῦ θυννοσκοπείου τῶν θυννοσκοπείων
      δοτική τῷ θυννοσκοπεί τοῖς θυννοσκοπείοις
    αιτιατική τὸ θυννοσκοπεῖον τὰ θυννοσκοπεῖ
     κλητική ! θυννοσκοπεῖον θυννοσκοπεῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θυννοσκοπείω
γεν-δοτ τοῖν  θυννοσκοπείοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θυννοσκοπεῖον < θυννοσκόπ(ος) + -εῖον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θυννοσκοπεῖον, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  • περιοχή όπου παραμόνευαν τους τόννους
      1ος πκε/κε αιώνας Στράβων, Γεωγραφικά, 5.2, 8 @wikisource
    ὑπόκειται δʼ Ἡρακλέους λιμὴν καὶ πλησίον λιμνοθάλαττα καὶ παρὰ τὴν ἄκραν τὴν ὑπὲρ τοῦ κόλπου θυννοσκοπεῖον. ἀκολουθεῖ γὰρ ὁ θύννος οὐ τῇ βαλάνῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῇ πορφύρᾳ παρὰ γῆν, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς ἔξω θαλάττης μέχρι καὶ Σικελίας.