Μετάβαση στο περιεχόμενο

θυννοσκοπεῖον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ θυννοσκοπεῖον τὰ θυννοσκοπεῖ
      γενική τοῦ θυννοσκοπείου τῶν θυννοσκοπείων
      δοτική τῷ θυννοσκοπεί τοῖς θυννοσκοπείοις
    αιτιατική τὸ θυννοσκοπεῖον τὰ θυννοσκοπεῖ
     κλητική ! θυννοσκοπεῖον θυννοσκοπεῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θυννοσκοπείω
γεν-δοτ τοῖν  θυννοσκοπείοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θυννοσκοπεῖον < θυννοσκόπ(ος) + -εῖον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θυννοσκοπεῖον, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)