θυρωρίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυρωρίνα θυρωρίνες
γενική θυρωρίνας θυρωρίνων
αιτιατική θυρωρίνα θυρωρίνες
κλητική θυρωρίνα θυρωρίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυρωρίνα < θυρωρός + κατάληξη θηλυκού -ίνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυρωρίνα θηλυκό

  1. (λαϊκό) γυναίκα θυρωρός ή η σύζυγος του θυρωρού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]