θυσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυσία θυσίες
γενική θυσίας θυσιών
αιτιατική θυσία θυσίες
κλητική θυσία θυσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυσία < αρχαία ελληνική

θύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυσία θηλυκό

  • εκούσια απώλεια προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος στόχος
  • προσφορά προκειμένου να γίνει επίκληση σε θεό ή θεούς: μπορεί να περιλαμβάνει τη θανάτωση ανθρώπου ή ζώου ή να είναι απλή προσφορά ή καταστροφή αντικειμένων
  • «μια θρησκευτική ιεροτελεστία κατά την οποία προσφέρεται ένα αντικείμενο σε κάποιο θεϊκό ον προκειμένου να εδραιωθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί μια κατάλληλη σχέση του ανθρώπου με τα θεία».


  • πάση θυσία
  • µε κάθε θυσία
  • Έγινε θυσία για το φίλο του/για να με βοηθήσει
  • Έκαναν θυσία στο Βάκχο
  • Έκαναν θυσίες για να τον σπουδάσουν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]