θυσία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | θυσία | οι | θυσίες |
| γενική | της | θυσίας | των | θυσιών |
| αιτιατική | τη | θυσία | τις | θυσίες |
| κλητική | θυσία | θυσίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θυσία < αρχαία ελληνική θυσία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θiˈsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θυ‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θυσία θηλυκό
- εκούσια απώλεια προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος στόχος
- ※ Αν έπεφτε το Μεσολόγγι, που ήταν το κλειδί του Μωριά, πνίγουνταν η Επανάσταση, χάνουνταν όλα. Έπρεπε με κάθε θυσία να σωθεί το Μεσολόγγι (Πηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας, κεφάλαιο ΙΕ, 1937)
- προσφορά προκειμένου να γίνει επίκληση σε θεό ή θεούς, μπορεί να περιλαμβάνει τη θανάτωση ανθρώπου ή ζώου ή να είναι απλή προσφορά ή καταστροφή αντικειμένων
- ※ είχε στίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του. Πολύ λίγα απ΄ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά, ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Ποσειδώνα (Παύλος Νιρβάνας, Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης, Για τον Περικλή Γιαννόπουλο) (σ.σ. Ο Περικλής Γιαννόπουλος έκαψε τα χειρόγραφά του - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ήφαιστο» του κειμένου - και στη συνέχεια αυτοκτόνησε και έπεσε στη θάλασσα - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ποσειδώνα») του κειμένου
- μια θρησκευτική ιεροτελεστία κατά την οποία προσφέρεται ένα αντικείμενο σε κάποιο θεϊκό ον προκειμένου να εδραιωθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί μια κατάλληλη σχέση του ανθρώπου με τα θεία
- ※ Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, κεφάλαιο ΣΤ, 1925)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- πάση θυσία
- με κάθε θυσία
- Έγινε θυσία για το φίλο του/για να με βοηθήσει
- Έκαναν θυσία στο Βάκχο
- Έκαναν θυσίες για να τον σπουδάσουν
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
θυσία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θυσία
Πηγές
[επεξεργασία]- θυσία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- θυσία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας