θυσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυσία θυσίες
γενική θυσίας θυσιών
αιτιατική θυσία θυσίες
κλητική θυσία θυσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θυσία < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θυσία θηλυκό

  • εκούσια απώλεια προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος στόχος
  • προσφορά προκειμένου να γίνει επίκληση σε θεό ή θεούς: μπορεί να περιλαμβάνει τη θανάτωση ανθρώπου ή ζώου ή να είναι απλή προσφορά ή καταστροφή αντικειμένων


  • πάση θυσία
  • µε κάθε θυσία
  • Έγινε θυσία για το φίλο του/για να με βοηθήσει
  • Έκαναν θυσία στο Βάκχο
  • Έκαναν θυσίες για να τον σπουδάσουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]