θυσιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυσιάζω < αρχαία ελληνική θυσιάζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θi.si.ˈa.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

θυσιάζω

  1. προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία
  2. παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]