θυσιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυσιάζω < αρχαία ελληνική θυσιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θi.si.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θυσιάζω

  1. προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία
  2. παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]