θυσιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θυσιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θυσιάζω [1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θi.siˈa.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θυ‐σι‐ά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]θυσιάζω, αόρ.: θυσίασα, παθ.φωνή: θυσιάζομαι, π.αόρ.: θυσιάστηκα, μτχ.π.π.: θυσιασμένος
- προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία
- ※ Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- ※ Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, κεφάλαιο ΣΤ, 1925)
- παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό
- ※ Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος-20́ος αιώνας, Πατ-Ω. τομος 4, εκδ. Μέλισσα, 2000, σελ. 278)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | θυσιάζω | θυσίαζα | θα θυσιάζω | να θυσιάζω | θυσιάζοντας | |
| β' ενικ. | θυσιάζεις | θυσίαζες | θα θυσιάζεις | να θυσιάζεις | θυσίαζε | |
| γ' ενικ. | θυσιάζει | θυσίαζε | θα θυσιάζει | να θυσιάζει | ||
| α' πληθ. | θυσιάζουμε | θυσιάζαμε | θα θυσιάζουμε | να θυσιάζουμε | ||
| β' πληθ. | θυσιάζετε | θυσιάζατε | θα θυσιάζετε | να θυσιάζετε | θυσιάζετε | |
| γ' πληθ. | θυσιάζουν(ε) | θυσίαζαν θυσιάζαν(ε) |
θα θυσιάζουν(ε) | να θυσιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | θυσίασα | θα θυσιάσω | να θυσιάσω | θυσιάσει | ||
| β' ενικ. | θυσίασες | θα θυσιάσεις | να θυσιάσεις | θυσίασε | ||
| γ' ενικ. | θυσίασε | θα θυσιάσει | να θυσιάσει | |||
| α' πληθ. | θυσιάσαμε | θα θυσιάσουμε | να θυσιάσουμε | |||
| β' πληθ. | θυσιάσατε | θα θυσιάσετε | να θυσιάσετε | θυσιάστε | ||
| γ' πληθ. | θυσίασαν θυσιάσαν(ε) |
θα θυσιάσουν(ε) | να θυσιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω θυσιάσει | είχα θυσιάσει | θα έχω θυσιάσει | να έχω θυσιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις θυσιάσει | είχες θυσιάσει | θα έχεις θυσιάσει | να έχεις θυσιάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει θυσιάσει | είχε θυσιάσει | θα έχει θυσιάσει | να έχει θυσιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε θυσιάσει | είχαμε θυσιάσει | θα έχουμε θυσιάσει | να έχουμε θυσιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε θυσιάσει | είχατε θυσιάσει | θα έχετε θυσιάσει | να έχετε θυσιάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν θυσιάσει | είχαν θυσιάσει | θα έχουν θυσιάσει | να έχουν θυσιάσει |
| |
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ θυσιάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)