θωπεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θωπεύω < αρχαία ελληνική θωπεύω (καλοπιάνω και χαϊδεύω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɔ.ˈpɛ.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

θωπεύω

  1. (λόγιο) χαϊδεύω
  2. (μεταφορικά) κολακεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θωπεύει τα αυτιά: όταν κάποιος λέει με δόλια πρόθεση στους άλλους αυτό που ξέρει ότι θέλουν να ακούσουν, για να τους εφησυχάσει (και να μην αντιδράσουν έγκαιρα) ή για να τους κολακεύσει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θωπεύω < θώψ

Ρήμα[επεξεργασία]

θωπεύω

  1. κολακεύω
    • καί σοι τὸ Θησέως ὄνομα θωπεῦσαι καλόν : και εσένα (σου φαίνεται) σωστό να κολακεύεις το Θησέα (Σοφοκ. Οιδίπους επί Κολ. 1003)
    • τίς ἂν εἴη δημαγωγὸς τοιοῦτος, ὅστις τὸν μὲν δῆμον θωπεῦσαι δύναιτο, τοὺς δὲ καιροὺς ἐν οἷς ἦν σῴζεσθαι τὴν πόλιν, ἀποδοῖτο; τι είδους πολιτικός θα ήταν αυτός που ενώ είχε τη δύναμη να καλοπιάνει το δήμο, θα ξεπουλούσε την ευκαιρία να σώσει την πόλη; (Αισχύνης, Κτησιφ.)
  2. χαϊδεύω
    • τὸν ἵππον...,ἐν τούτῳ οὐδὲν δεῖ χαλεπὸν προσφέρειν ὡς πονεῖν ἀναγκάζοντα, ἀλλὰ θωπεύειν...: το άλογο..., δεν πρέπει να του φερθείς σκληρά και να τον αναγκάσεις να δουλέψει, αλλά (πρέπει) να τον χαϊδέψεις και να τον καλοπιάσεις (Ξενοφ. Περί Ιππικής 10.13)
  3. υπηρετώ, με την καλή έννοια, όχι της κολακίας (μεταγενέστερο ίσως)
    • ἵνα μὴ ἄλλους θωπεύωμεν σοῦ ὑγιαίνοντος (για να μην υπηρετούμε άλλους εφ' οσον εσύ είσαι υγιής)
  4. θεραπεύω, ανακουφίζω
    • θωπεῦσαι την χολήν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]