θωριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θωριά οι θωριές
      γενική της θωριάς των θωριών
    αιτιατική τη θωριά τις θωριές
     κλητική θωριά θωριές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θωριά < μεσαιωνική ελληνική θωριά < αρχαία ελληνική θεωρία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θωριά θηλυκό

  1. αυτό που φαίνεται εξωτερικά, η εξωτερική εμφάνιση, το παρουσιαστικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]