θόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : θολός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θόλος θόλοι
γενική θόλου θόλων
αιτιατική θόλο θόλους
κλητική θόλε θόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θόλος < αρχαία ελληνική θόλος
ο θόλος στο Πάνθεον της Ρώμης

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

θόλος αρσενικό

  1. κατασκευή με καμπύλο σχήμα για την κάλυψη ενός χώρου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Η Θόλος των Δελφών

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

θόλος θηλυκό

  • (αρχαιολογία) (συχνά με κεφαλαίο αρχικό) αρχαίος τύπος κυκλικού κτηρίου με κωνική στέγη
η Θόλος της Επιδαύρου
το Πρυτανείο της αρχαίας Αθήνας στεγαζόταν σ'ένα κυκλικό κτήριο της Αγοράς, τη Θόλο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θόλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

θόλος θηλυκό

  1. κυκλικό κτήριο με κωνική στέγη

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

θόλος αρσενικό

  1. θολωτό δωμάτιο σε λουτρά
  2. επίδεσμος για το κεφάλι

Αναφορές [επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883