θύλακος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θύλακος οι θύλακοι
      γενική του θυλάκου των θυλάκων
    αιτιατική τον θύλακο τους θυλάκους
     κλητική θύλακε θύλακοι
Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύλακος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θύλακος. Δείτε και το θύλακας από την ελληνιστική θῦλαξ
όρος ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac
στρατιωτικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική poche
όρος βοτανικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac, ή embryonnaire[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύλακος αρσενικό

  1. μικρός σάκος
     συνώνυμα: σακούλι, σακίδιο, ταγάρι
  2. (ανατομία) κοιλότητα ως θήκη γύρω από διάφορα όργανα του σώματος
  3. (στρατιωτικός όρος) μέρος μέσα σε εχθρικό έδαφος που κατέχεται από τον αντίπαλο
  4. (βοτανική) είδος καρπού με πολλά σπέρματα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
θῡλᾰκο-
ονομαστική θύλακος οἱ θύλακοι
      γενική τοῦ θυλάκου τῶν θυλάκων
      δοτική τῷ θυλάκ τοῖς θυλάκοις
    αιτιατική τὸν θύλακον τοὺς θυλάκους
     κλητική ! θύλακε θύλακοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θυλάκω
γεν-δοτ τοῖν  θυλάκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θύλακος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θύλακος αρσενικό (θῡλᾰκος)

  1. σάκος (δερμάτινος)
     συνώνυμα: πήρα, ἀσκός
  2. (ελληνιστική σημασία) σφαίρα για φυσική εξάσκηση
     συνώνυμα: σφαῖρα
  3. (στον πληθυντικό: θύλακες) περισκελίδες που φορούσαν Πέρσες κι άλλοι Ασιάτες
     συνώνυμα: ἀναξυρίδες, περισκελίδες

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]